Στην ενότητα Αρθρογραφία μπορείτε να βρείτε ενδιαφέρουσες και επιστημονικά τεκμηριωμένες θέσεις για την ΔΩΡΕΑ ΟΡΓΑΝΩΝ και τις Μεταμοσχεύσεις. Επίσης φιλοξενούμε άρθρα με την εμπειρία των αθλητών νεφροπαθών από την συμμετοχή τους σε αθλητικές δραστηριότητες. Επιδιώκουμε και προσδοκούμε η ενότητα αυτή να αποτελέσει ένα βήμα ανταλλαγής απόψεων και εμπειριών που θα ενημερώνουν και θα ωφελούν.

 

  DownloadsΣύνδεσμοι
 άθληση - κοινωνική παρέμβαση - πολιτιστική έκφραση
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ - Η μεταμόσχευση στην Ελλάδα (παρελθόν, παρόν και μέλλον)

Η μεταμόσχευση στην Ελλάδα
παρελθόν, παρόν και μέλλον


του Αντώνη Λαγγουράνη
Διευθυντή Μ.Τ.Ν. Νοσ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ

Η μεταμόσχευση, ως κατάκτηση της Επιστήμης, παρά τα μεγάλα εμπόδια, που παρεμβάλλονται στην πορεία της, όντως ή άλλως, αργά ή γρήγορα, νομοτελειακά θα προχωρήσει και θα λάβει τη θέση που της αξίζει. Πέραν της βασικής ευθύνης της πολιτείας, είναι χρέος των γ ιατρών, των δημοσιογράφων και γενικά όλων μας, στον βαθμό που μπορεί ο καθένας, να επιταχύνουμε τις διαδικασίες που θα καταστήσουν το μόσχευμα προσιτό σε όσους το έχουν ανάγκη. Η προσφορά όργανον από άτομο που δεν το χρειάζεται πια είναι δώρο ζωής και συμβάλλει στη διατήρηση της ελπίδας ότι δεν έχουν όλα χαθεί για την εδραίωση της κοινωνίας αλληλεγγύης.
Μέχρι σήμερα, η Υπηρεσία Συντονισμού και Ελέγχου εξωνεφρικής κάθαρσης και μεταμοσχεύσεων, ευρύτερα γνωστή ως ΥΣΕ, έχει συμπληρώσει 15 χρόνια συνεχούς λειτουργίας σε 24ωρη βάση. Η ΥΣΕ έχει την έδρα της στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ» ή (ΚΡΑΤΙΚΟ), Μεσογείων 154. Με τη δημιουργία της, το 1985, καλύφθηκε ένα σημαντικό κενό στον τομέα των μεταμοσχεύσεων στη χώρα μας. Οι μεταμοσχεύσεις εκείνης της εποχής περιελάμβαναν μόνο μεταμοσχεύσεις κερατοειδούς από μεταθανάτιους (πτωματικούς) δότες και μεταμοσχεύσεις νεφρού, κυρίως, από ζώντες, συγγενείς α' βαθμού, δότες. Σποραδικά γινόντουσαν και μερικές πτωματικές, οι οποίες δεν ξεπερνούσαν τις 5-10 ετησίως.

(Με τον όρο συγγενική πρόσφορα, στο πλείστον των περιπτώσεων, εννοούμε μανάδες, οι οποίες στην απελπισία τους, ελλείψει πτωματικών μοσχευμάτων, δίνουν τον έναν νεφρό στο παιδί τους, προκειμένου να το απαλλάξουν από τη δοκιμασία της αιμοκάθαρσης. Ενίοτε πρωτοτυπεί και κάποιος πατέρας. Τα τελευταία 15 χρόνια γίνονται, κατά μέσον όρο, 60 ζώσες μεταμοσχεύσεις νεφρού το χρόνο.)Ο συντονισμός της πτωματικής μεταμόσχευσης δεν υφίστατο, όταν σε άλλες χώρες είχε πρωτοεφαρμοστεί από το τέλος της δεκαετίας του '60 και εδραιώθηκε πλήρως σε όλα τα αναπτυγμένα κράτη από τις αρχές της δεκαετίας του '70.
Μεταξύ των πολλών στόχων της ΥΣΕ στην πρώτη φάση της λειτουργίας της, οι κυριότεροι ήταν

α) η ευαισθητοποίηση του κοινού και του υγειονομικού προσωπικού των νοσοκομείων στην ιδέα της δωρεάς ιστών και οργάνων και β) η δημιουργία ενός οργανωτικού πλαισίου συντονισμού των μεταμοσχευτικών διαδικασιών.

Συστηματικές επισκέψεις και ημερίδες στα νοσοκομεία, ιδιαίτερα στις Μονάδες Εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) και τα Νευροχειρουργικά (Ν/Χ) τμήματα, ομιλίες σε ομάδες πληθυσμού, σε συνεργασία με συλλόγους δωρητών οργάνων, συλλόγους ατόμων με ειδικές ανάγκες και διάφορους κοινωνικούς φορείς, έκδοση εντύπου ενημερωτικού υλικού και αποστολή του σε όλα τα νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας, Νομαρχίες κ.τ.λ., καθώς και ενημέρωση του γενικού πληθυσμού από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, είχαν ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση ενός ευνοϊκού κλίματος και μιας θετικής στάσης της κοινής γνώμης προς τις μεταμοσχεύσεις. Όλη αυτή η προσπάθεια της περιόδου εκείνης, κατά γενική ομολογία, κρίνεται επιτυχημένη. Τα αποτελέσματα της αντανακλώνται στη σταδιακή άνοδο του αριθμού των μεταμοσχεύσεων κερατοειδούς και νεφρού από μεταθανάτιους δότες, καθώς και του αριθμού των δωρητών ιστών και οργάνων. [Δωρητές είναι τα άτομα που έχουν δηλώσει γραπτώς την επιθυμία τους να γίνουν δότες οργάνων μετά τον θάνατο τους (εάν, βεβαίως, υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες) και, ως εκ τούτου, είναι κάτοχοι της σχετικής κάρτας. Η βασικότερη προϋπόθεση είναι ο εγκεφαλικός θάνατος (βλ. σχετικό άρθρο στο Αντί, 1.12.2000, τχ. 726). Επομένως, η έννοια του δότη δεν πρέπει να ταυτίζεται με αυτή του δωρητή (η αναλογία δεν είναι 1 προς 1. Από εκατοντάδες δωρητές ένας, τελικά, θα γίνει δότης μετά τον θάνατο του). Επίσης πολλοί δότες δεν υπήρξαν ποτέ, τυπικά, δωρητές. Έγιναν δότες διότι οι συγγενείς έδωσαν τη συγκατάθεση τους, θεωρώντας ότι το προσφιλές τους πρόσωπο που απεβίωσε δεν θα είχε αντίρρηση στην προσφορά μοσχευμάτων.]

Εν συνεχεία, από το 1990, με την αναγγελία στην ΥΣΕ, από τις ΜΕΘ δοτών πολλαπλών ιστών και οργάνων, για τους οποίους απαιτούνται περίπλοκες διαδικασίες συντονισμού στον ελάχιστο δυνατό χρόνο, οι μεταμοσχεύσεις καρδιάς, πνευμόνων, ήπατος, παγκρέατος, δέρματος και οστών είναι πλέον πραγματικότητα στην Ελλάδα.

Η θετική ανταπόκριση του κοινού και του προσωπικού των νοσοκομείων επιτάχυνε και ακολούθως σταθεροποίησε τον ρυθμό των μεταμοσχεύσεων, σε, σχετικά, ικανοποιητικά για την εποχή επίπεδα μέχρι και το 1993. Δυστυχώς, τα επόμενα χρόνια, 1994-96, μειώθηκε σημαντικά ο αριθμός των μεταμοσχεύσεων (με αφορμή τα δημοσιεύματα περί εμπορίου οργάνων). Συγκρίνοντας (εικ. 1), ενώ το 1991 είχαμε 104, δηλαδή 10,4 ανά εκατομμύριο πληθυσμού (α.ε.π.), μεταμοσχεύσεις νεφρού από μεταθανάτιους δότες, το 1995 μόνο 42, ήτοι 4,2 α.ε.π. Στην Ισπανία το 1995 έγιναν 46 πτωματικές μεταμοσχεύσεις νεφρού α.ε.π. Αυτό σημαίνει ότι στην Ισπανία, εάν κάποιος εισέλθει σε τελικό στάδιο χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας και είναι κατάλληλος υποψήφιος λήπτης νεφρικού μοσχεύματος, μέσα σε διάστημα 6 το πολύ μηνών, θα μεταμοσχευθεί. Στην Ελλάδα ο μέσος όρος αναμονής ξεπερνά τα 8 χρόνια. Πολλοί νεφροπαθείς υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση από 15ετίας και πλέον και ακόμα περιμένουν το μόσχευμα που θα τους απελευθερώσει από την εξάρτηση τους από ένα μηχάνημα.

Για την αντιμετώπιση αυτής της απογοητευτικής κατάστασης ελήφθησαν κάποια μέτρα και κατεβλήθησαν σκληρές προσπάθειες από την ΥΣΕ, το Εθνικό Συμβούλιο Μεταμοσχεύσεων (ΕΣΜ) και άλλους εμπλεκόμενους στις μεταμοσχεύσεις φορείς με θετικά αποτελέσματα. Υπήρξε και πάλι βαθμιαία και σαφής αύξηση του ρυθμού των μεταμοσχεύσεων. Το 1998 έγιναν 87 πτωματικές μεταμοσχεύσεις νεφρού (αύξηση >100%, σε σχέση με το 1995). Ανάλογες αυξήσεις παρουσιάσθηκαν και στις μεταμοσχεύσεις άλλων οργάνων. Η αύξηση αυτή άφησε περιθώρια αισιοδοξίας και ελπίδας για περαιτέρω ανάκαμψη, η οποία όμως, ακολούθως δεν επιβεβαιώθηκε. Από τα μεσάτου 1999 η ανοδική πορεία ανεκόπη και το 2000 διαπιστώθηκε δραματική μείωση των μεταμοσχεύσεων. Οι μεταμοσχεύσεις νεφρού και ήπατος, π.χ., κατήλθαν στις 30 και στις 7 αντιστοίχως (όσο προχωράμε τόσο και πιο πίσω πάμε).

Όπως γίνεται αντιληπτό, δεν μπορούμε να καλύψουμε τις σημερινές μεταμοσχεύτηκες μας ανάγκες (στις οποίες αναφερθήκαμε σε προηγούμενο άρθρο, Αντί, 12.01.2001, τχ. 729, μαζί με τις αιτίες της έλλειψης μοσχευμάτων). Το μεταμοσχευτικό χάσμα, δηλαδή η δυσαναλογία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης ιστών-οργάνων συνεχώς μεγαλώνει. Το μεταμοσχευτικό σύστημα της Ελλάδας, με τη σημερινή του μορφή, αδυνατεί να αντιμετωπίσει τα χρόνιος συσσωρευθέντα και τα τρέχοντα μεταμοσχευτικά προβλήματα, τα οποία αποτελούν την κύρια αιτία της πολύ μικρής μεταμοσχευτικής μας δραστηριότητας. Επισημαίνονται, κατωτέρω, περιληπτικά, μερικές μόνο από τις αδυναμίες του συστήματος.

1. ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΙ «ΣΤΗΡΙΞΗ» ΤΟΥ ΔΟΤΗ

Είμαστε η μόνη χώρα της Ευρώπης, η οποία ακόμη δεν έχει προχωρήσει στη θεσμοθέτηση της ειδικότητας του συντονιστή μεταμοσχεύσεων. Ο συντονιστής μεταμοσχεύσεων μπορεί να είναι γιατρός (συνήθως εντατικολόγος ή νεφρολόγος), νοσηλευτής, ψυχολόγος, κοινωνιολόγος ή βιολόγος, που (εκτός από την ειδικότητα του) έχει εκπαιδευτεί και γι' αυτόν τον σκοπό για ορισμένο χρονικό διάστημα σε ΜΕΘ, σε Μεταμοσχευτικό Κέντρο (ΜΚ) και, κυρίως, στην Υπηρεσία Συντονισμού Μεταμοσχεύσεων, για να αποκτήσει τις απαιτούμενες ιατρικές, νομικές, τεχνικές και διάφορες άλλες γνώσεις και ικανότητες. Ειδικότερα, ο ρόλος των τοπικών συντονιστών, οι οποίοι εργάζονται σε νοσοκομεία με ΜΕΘ είναι καθοριστικός, όπως αποδεικνύει το παράδειγμα της Ισπανίας, η οποία τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει θεαματική αύξηση του ρυθμού των μεταμοσχεύσεων ύστερα από τη ριζική ανανέωση του μεταμοσχευτικού της προγράμματος, του οποίου τον ακρογωνιαίο λίθο αποτελεί ο τοπικός συντονιστής. · Έργο τον τοπικού συντονιστή είναι:

α) Η ανάπτυξη προγραμμάτων δωρεάς ιστών και οργάνων στο νοσοκομείο στο οποίο εργάζεται και η ενημέρωση του κοινού σε τοπικό επίπεδο.

β) Η φροντίδα για την αναζήτηση και αναγνώριση δυνητικών δοτών, δηλαδή των ατόμων που απεβίωσαν από εγκεφαλική βλάβη και των οποίων η αναπνοή και η κυκλοφορία μπορούν να διατηρηθούν, για ένα μικρό χρονικό διάστημα (ωρών έως ολίγων ημερών), με μηχανικά μέσα (αναπνευστήρας κ.τ.λ.).

γ) Η μέριμνα για την έγκαιρη σύγκληση της ομάδας των γιατρών, οι οποίοι είναι αρμόδιοι για την πιστοποίηση του εγκεφαλικού θανάτου, καθώς και η φροντίδα για τον έλεγχο των δυνητικών δοτών για μεταδοτικά νοσήματα κ.τ.λ.

δ) Η προσέγγιση, ψυχολογική υποστήριξη και ευαισθητοποίηση των συγγενών των εγκεφαλικά νεκρών για την αξία της προσφοράς μοσχευμάτων.

ε) Η επιμέλεια για την παροχή σωστής ιατρικής και νοσηλευτικής φροντίδας στον δότη («στήριξη» του δότη), μέχρι την αφαίρεση των μοσχευμάτων, των οποίων η ποιότητα έχει άμεση σχέση με τη φροντίδα αυτή.

στ) Η συνεχής επικοινωνία με την Υπηρεσία Συντονισμού Μεταμοσχεύσεων, κατά τη διάρκεια της εκάστοτε χρονοβόρας μεταμοσχευτικής διαδικασίας, η οποία απαιτεί τη συμπλήρωση διαφόρων πιστοποιητικών και εντύπων, συλλογή εργαστηριακών στοιχείων, για την εκτίμηση της καταλληλότητας των οργάνων του δότη και πλήθος άλλων ενεργειών, οι οποίες είναι καθήκον του τοπικού συντονιστή και όχι (όπως γίνεται μέχρι σήμερα) του εφημερεύοντος γιατρού της ΜΕΘ, που όλοι γνωρίζουμε κάτω από ποιες συνθήκες εργασιακής έντασης και συγκινησιακής φόρτισης βρίσκεται συνεχώς. Η έλλειψη του τοπικού συντονιστή στη χώρα μας έχει πολύ αρνητικές επιπτώσεις στο προσωπικό των ΜΕΘ, το οποίο, εκτός των άλλων πολλαπλών καθηκόντων του, απασχολείται με δραστηριότητες έξω από το αντικείμενο της εργασίας του και τις υποχρεώσεις του.


Οι ΜΕΘ και τα Ν/Χ τμήμα τα (που αποτελούν τι·) μοναδική πηγή δοτών οργάνων) είναι ο πιο ευαίσθητος και ουσιαστικός κρίκος στην αλυσίδα της μεταμοσχευτικής διαδικασίας και, αντί να αναγνωριστεί το δύσκολο έργο τους και να βοηθηθούν σ' αυτό, βάλλονται πανταχόθεν (ιδίως από μερικούς μεταμοσχευτές, που, από τις μεταμοσχεύσεις, καρπώνονται τη «δόξα» και όχι μόνον) και κατηγορούνται για αδιαφορία και μη «συνεργασιμότητα», όσον αφορά στην «αξιοποίηση» των δυνητικών δοτών.

Η απουσία τοπικού συντονιστή καθώς και άλλες ελλείψεις των ΜΕΘ σε ιατρικό-νοσηλευτικό προσωπικό και. τεχνολογικό εξοπλισμό συνεπάγεται τα ακόλουθα:

Α. Σε αρκετές περιπτώσεις, η πιστοποίηση του εγκεφαλικού θανάτου δεν διενεργείται σε άτομα που παρουσιάζουν τις σχετικές ενδείξεις και, κατά συνέπεια, δεν δίνεται η ευκαιρία στους συγγενείς τους να εξετάσουν το ενδεχόμενο της δωρεάς οργάνων και να αποφασίσουν σχετικά (συγκατάθεση ή άρνηση της προσφοράς). Συχνά διαπιστώνονται δυσχέρειες στη σύγκληση της ιατρικής ομάδας, που είναι αρμόδια για τη διάγνωση του εγκεφαλικού θανάτου. Σε μερικά νοσοκομεία δεν υπάρχει νευρολόγος ή νευροχειρουργός, η συμμετοχή του οποίου είναι καθοριστική στη διεξαγωγή κλινικών δοκιμασιών που απαιτούνται για τη σχετική διάγνωση.

Β. Μερικές φορές πιστοποιημένος εγκεφαλικός θάνατος δεν αναφέρεται έγκαιρα στην ΥΣΕ, με αποτέλεσμα την απώλεια πολύτιμου χρόνου, η οποία επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργία των προσφερομένων οργάνων.

Γ. Ως προς τον εργαστηριακό έλεγχο του δυνητικού δότη οργάνων, συχνά παρατηρείται ολιγωρία ή αδυναμία εκτέλεσης των απαραίτητων εξετάσεων στον απαιτούμενο χρόνο και, ως εκ τούτου, δημιουργούνται σοβαρές καθυστερήσεις στην αξιολόγηση της καταλληλότητας των μοσχευμάτων και γενικά στην ομαλή ροή των μεταμοσχευτικών διαδικασιών συντονισμού.

Δ. Συχνά παρατηρείται το φαινόμενο να μη δίνεται η απαιτούμενη προσοχή, όσον αφορά στην αιμοδυναμική, αναπνευστική, ηλεκτρολυτική, ορμονική και θερμοκρασιακή κατάσταση (ανεπαρκής «στήριξη») του δότη, με σημαντικές επιπτώσεις στην ποιότητα των προσφερομένων μοσχευμάτων.

(Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, μερικές φορές παρουσιάζονται δυσκολίες στην ανεύρεση διαθέσιμου χειρουργείου, στο νοσοκομείο που βρίσκεται ο δότης, για την αφαίρεση μοσχευμάτων, λόγω άλλων προγραμματισμένων, μη επειγουσών, χειρουργικών επεμβάσεων, παρότι από το νόμο προβλέπεται η προτεραιότητα για την αφαίρεση μοσχευμάτων. Ενίοτε, διαπιστώνεται απροθυμία κάποιων γιατρών να συμμετάσχουν στην ομάδα πιστοποίησης του εγκεφαλικού θανάτου, εξαιτίας φιλοσοφικών ή άλλων κατά των μεταμοσχεύσεων πεποιθήσεων τους).

Είναι πασιφανής η ανάγκη για άμεση κατοχύρωση αυτής της «νέας» και αποφασιστικής σημασίας ειδικότητας του συντονιστή μεταμοσχεύσεων στον τομέα της Υγείας. Τα τελευταία 3 χρόνια, δεκάδες γιατροί και νοσηλευτές που εργάζονται σε διάφορα κρατικά νοσοκομεία της χώρας έχουν παρακολουθήσει σχετικά εκπαιδευτικά προγράμματα και έχουν εκδηλώσει έντονο ενδιαφέρον να αναλάβουν καθήκοντα συντονιστή είτε αποκλειστικά είτε παράλληλα με τα άλλα κύρια καθήκοντα τους.


2. ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΜΟΣΧΕΥΜΑΤΩΝ

Για να ξεκινήσει η οποιαδήποτε μεταμοσχευτική διαδικασία, απαιτείται η αποστολή στην ΥΣΕ από τη ΜΕΘ των σχετικών εντύπων της πιστοποίησης του εγκεφαλικού θανάτου από τους τρεις αρμόδιους προς τούτο γιατρούς και της συγκατάθεσης των συγγενών. Ακολούθως, η ΥΣΕ σε μια «μαραθώνια» πορεία (η οποία μπορεί να διαρκέσει από λίγες έως 30 ώρες, ανάλογα με την περίπτωση) συντονίζει τις απαιτούμενες κινήσεις για να διεκπεραιωθούν επιτυχώς όλες οι διαδικασίες κατανομής των μοσχευμάτων ανά ΜΚ κ.τ.λ., σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς.

Συχνά διαπιστώνονται καθυστερήσεις από την πλευρά των ΜΚ, ως προς την αποδοχή ή όχι των προσφερομένων μοσχευμάτων, λόγω μη επαρκούς ετοιμότητας τους. Η μη ετοιμότητα να προχωρήσουν ανά πάσα στιγμή σε αφαίρεση μοσχευμάτων, έπειτα από εύλογο χρονικό διάστημα προετοιμασίας, δημιουργεί προβλήματα τόσο στο προσωπικό των ΜΕΘ όσο και στους συγγενείς του δότη. Τα πρόβλημα επιτείνεται όταν διαφορετικές ιατρικές μεταμοσχευτικές ομάδες (καρδίας, ήπατος κ.τ.λ.) απαιτούν διαφορετικούς χρόνους για τον προσδιορισμό της ώρας χειρουργείου αφαίρεσης μοσχευμάτων, επικαλούμενες αδυναμία εξασφάλισης αίθουσας χειρουργείου, για τη μεταμόσχευση των ασθενών, στο δικό τους νοσοκομείο. Τα ανωτέρω προκαλούν στιγμές έντασης μεταξύ ΜΚ, ΜΕΘ, ΥΣΕ, συγγενών των δοτών και αλυσιδωτές καθυστερήσεις, που δυσχεραίνουν τη διατήρηση του δότη σε καλή κατάσταση και μπορούν, ενδεχομένως, να οδηγήσουν σε απώλεια των προσφερόμενων μοσχευμάτων. (Σε μερικές περιπτώσεις, όπου για προσφερόμενο μόσχευμα δεν υπάρχει κατάλληλος λήπτης στην Ελλάδα, λόγω ασυμβατότητας ομάδας αίματος, σωματομετρικών διαστάσεων κ.ά., η ΥΣΕ απευθύνεται στις αντίστοιχες Υπηρεσίες της Ευρώπης, οι οποίες με τη σειρά τους ενημερώνουν τα ΜΚ των χωρών τους για τα στοιχεία του δότη. Σημειωτέον, ότι τα ΜΚ εντός μισής το πολύ ώρας έχουν απαντήσει, και οι γιατροί του ΜΚ, που ανταποκρίνεται πρώτο, βρίσκονται στην Ελλάδα, σε 2-4 ώρες, για την αφαίρεση του μοσχεύματος. Τα προσφερόμενα στο εξωτερικό όργανα δεν ξεπερνούν τα 4-5 τον χρόνο και είναι, κυρίως, καρδιά, πνεύμονες και σπανιότερα το ήπαρ. Οι νεφροί μεταμοσχεύονται πάντοτε εντός επικράτειας, διότι πάντοτε βρίσκεται συμβατός λήπτης, εφόσον στη χώρα μας υπάρχει μεγάλη λίστα αναμονής.) Επιβάλλεται, λοιπόν, άμεσα η εφαρμογή δεσμευτικών κανόνων που να εξασφαλίζουν την, ανά πάσα στιγμή, ετοιμότητα των ιατρικών ομάδων για την αφαίρεση μοσχευμάτων.

Πολλές φορές δεν καλύπτονται επαρκώς οι ανάγκες μεταφοράς των ιατρικών ομάδων στο νοσοκομείο που βρίσκετε ο δότης ιστών και οργάνων. Στις περιπτώσεις που η μετάβαση και επιστροφή των ιατρικών ομάδων πραγματοποιείται αεροπορικώς, μέσω των τακτικών πτήσεων της Ολυμπιακής Αεροπορίας, το αντίτιμο των εισιτηρίων καταβάλλετε από τα ίδια τα μέλη της ιατρικής ομάδας, γεγονός που δεν είναι πάντα εφικτό, αλλά ούτε και παραδεκτό, παρότι ετεροχρονισμένα η δαπάνη, καλύπτεται από το νοσοκομείο στο οποίο υπηρετούν . Οι ιατρικές ομάδες πολλές φορές μεταφέρονται σε διάφορα σημεία της Ελλάδας, οποιαδήποτε ώρα μέρας και νύχτας, κάτω από πολύ επικίνδυνες συνθήκες, με «παντός καιρού» αεροπορικά μέσα του στρατού κ.τ.λ., διακινδυνεύοντας τη ζωή τους, με ασήμαντη υπερωριακή αποζημίωση, χωρίς ουσιαστική κάλυψη σε περίπτωση δυστυχήματος και μένοντας άυπνοι, για 24-48 ώρες (τόσο διαρκεί περίπου η μετάβαση, αφαίρεση, επιστροφή και μεταμόσχευση οργάνων).


3. ΕΠΙΛΟΓΗ ΛΗΠΤΩΝ ΝΕΦΡΙΚΟΥ ΜΟΣΧΕΥΜΑΤΟΣ

Συχνά καλούνται υποψήφιοι ασθενείς για μεταμόσχευση νεφρού, των οποίων η καταλληλότητα ουδέποτε έχει επανεκτιμηθεί. Υπάρχουν στην Εθνική Λίστα αναμονής της ΥΣΕ νεφροπαθείς, οι οποίοι κρίθηκαν ως κατάλληλοι προς μεταμόσχευση, βάσει συγκεκριμένου προμεταμοσχευτικού ελέγχου, πριν από πολλά χρόνια, με αποτέλεσμα, σε αρκετές περιπτώσεις, ασθενείς που καλούνται για μεταμόσχευση να μην είναι πλέον κατάλληλοι, για ιατρικούς λόγους, όπως στεφανιαία ανεπάρκεια, χρονία ενεργός ηπατίτιδα, αποφρακτική αρτηριοπάθεια λαγονίων αρτηριών (συνήθως το μόσχευμα τοποθετείται στο δεξιό κάτω τεταρτημόριο της κοιλιάς και η νεφρική αρτηρία και φλέβα αναστομώνονται με τα σύστοιχα λαγόνια αγγεία) κ.τ.λ. Το γεγονός αυτό δημιουργεί αφενός τεράστιο διαδικαστικό πρόβλημα (κατά τη στιγμή της πρόσκλησης και κλινικής αξιολόγησης των' υποψηφίων ληπτών) και αφετέρου εντάσεις και διεκδικήσεις εκ μέρους τους, αφού ο πιθανός αποκλεισμός στους αποτελεί τελικά ευθύνη του συστήματος. Επίσης η τυποποίηση (προσδιορισμός των αντιγόνων) των ιστών έχει γίνει την περίοδο διεξαγωγής του προμεταμοσχευτικού ελέγχου τους, χωρίς να έχουν επανατυποποιηθεί με τις νέες τεχνικές που χρησιμοποιούνται σήμερα. Επειδή από 5ετίας, ο προσδιορισμός των αντιγόνων το)ν δοτών γίνεται με τη σύγχρονη ονοματολογία, το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των πιθανοτήτων επιλογής των υποψηφίων ληπτών, που φέρονται στη λίστα αναμονής με τα παλιότερα αντιγόνα, κατά τη στιγμή του ελέγχου της ιστοσυμβάτότητας δότη-λήπτη από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές (Η/Υ) της ΥΣΕ.

Τα τελευταία δύο χρόνια (ύστερα από εισήγηση της ΥΣΕ προς το ΕΣΜ) εφαρμόζεται ένα νέο σύστημα εγγραφής-επιλογής ασθενών και κατανομή νεφρικών μοσχευμάτων ανά ΜΚ, από μεταθανάτιους δότες, που διασφαλίζει με πολύ καλύτερο τρόπο, σε σχέση με το παρελθόν, τη διαφάνεια στις μεταμοσχεύσεις. Ο πλέον κατάλληλος λήπτης νεφρού, σε σχέση με το μόσχευμα που προσφέρεται κάθε φορά, καθορίζεται από τη σύνθεση των μοριοποιημένων κριτηρίων επιλογής στους Η/Υ της ΥΣΕ (point system). Τα κριτήρια επιλογής, που περιλαμβάνουν εκτός της ομάδας αίματος και της ιστοσυμβάτότητας δότη-λήπτη (όπως γινόταν παλαιότερα), και τον χρόνο αναμονής στη λίστα, την παιδική-εφηβική ηλικία, και συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες ιατρικές προτεραιότητες, θα αναθεωρούνται σε τακτά διαστήματα, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και τις ιατρικές εξελίξεις. Το νέο σύστημα, αποτελεί σταθμό στην ιστορία των μεταμοσχεύσεων στη χώρα μας, διότι θα συμβάλει στη διάλυση της διάχυτης καχυποψίας γύρω από τη δίκαιη διάθεση των μοσχευμάτων. Απαιτούνται, βεβαίως, περαιτέρω διορθώσεις των όποιων εγγενών και άλλων ατελειών, που διαπιστώθηκαν κατά την εφαρμογή του, ούτως ώστε να μην υπάρχει η παραμικρή δυνατότητα παραβίασης της εκάστοτε επιλογής ασθενών από τη λίστα. Όλοι οι υποψήφιοι λήπτες να έχουν ίσες ευκαιρίες με τον οποιονδήποτε έχοντα «μπάρμπα στην Κορώνη ή μεγάλο πορτοφόλι».

Η ΥΣΕ εν μέσω όλων αυτών και πολλών άλλων αδυναμιών του συστήματος (που είναι αδύνατον να καταγραφούν στο πλαίσιο ενός άρθρου), χωρίς καμιά υποστήριξη, ιδίως από το 1990 και μετά, μη διαθέτοντας τα μέσα και τους πόρους που απαιτούνται. για να αντεπεξέλθει στις νέες απαιτήσεις, μέσα από πολύ αντίξοες, συχνά ηρωικές, συνθήκες και αντιμετωπίζοντας προβλήματα, το μέγεθος των οποίων μόνο το προσωπικό της που τα βιώνει καθημερινά και επί σειρά ετών γνωρίζει, συντόνιζε και εξακολουθεί να συντονίζει και σ' αυτήν τη μεταβατική περίοδο που διανύουμε (εν όψει αλλαγών στο μεταμοσχευτικό πρόγραμμα) τις μεταμοσχευτικές διαδικασίες κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο και δεν έχει αναφέρει ούτε μία περίπτωση απώλειας μοσχεύματος για οργανωτικούς λόγους.

Παρότι στην ιδρυτική της πράξη προβλεπόταν η περαιτέρω στελέχωση της με εξειδικευμένο ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό, εν τούτοις το υπάρχον αντί να αυξάνεται μειώνεται κατά τα τελευταία χρόνια (5 αποσπάστηκαν ή μετατέθηκαν). Το προσωπικό της σήμερα αποτελείται από μία επισκέπτρια υγείας, δύο διοικητικούς υπαλλήλους, έναν «κλητήρα» και έναν μόνο γιατρό, τον Δ/ντή της ΥΣΕ, με ό,τι αν αυτό συνεπάγεται (ο γράφων είχε την τιμή, αλλά και την ατυχία να είναι διευθυντής της κατά την περίοδο 1996-1999). Σημειωτέον, ότι στην πρώτη φάση της λειτουργίας της ΥΣΕ, εποχή που είχαμε μόνο μεταμοσχεύσεις κερατοειδούς και νεφρού, το προσωπικό της ήταν σχεδόν διπλάσιο. Ο εξοπλισμός της αποτελείται βασικά από δύο τερματικούς σταθμούς, συνδεδεμένους οn-line με το Κέντρο Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΚΗΥΚΥ), όπου βρίσκεται η βάση δεδομένων του κεντρικού αρχείου νεφροπαθών. ·

Η ΥΣΕ, παρά τις ελλείψεις σε προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή, ανάμεσα στον ανταγωνισμό μεταξύ των μεταμοοχευτικών κέντρων ή και άλλων μεταμοσχευτικών φορέων, χωρίς καμιά «εξουσία» και δυνατότητα οιασδήποτε ουσιαστικής διορθωτικής παρέμβασης ευρισκομένη συνεχώς στο μάτι του κυκλώνα, συχνά κυματοθραύστης της όποιας δίκαιης και μη αγανάκτησης γιο την ανεπάρκεια του συστήματος, έχει προσφέρει τεράστιο κοινωνικό έργο. σε εθνικό επίπεδο, χωρίς να ληφθεί υπ' όψιν η αυταπάρνηση και εθελοντική. εκτός «ωραρίου» απασχόληση του προσωπικού της, με συμμετοχή σε, ανά το πανελλήνιο, επιστημονικές και άλλες εκδηλώσεις, που αφορούν στη δωρεά οργάνων και τις μεταμοσχεύσεις γενικά και πολλές φορές «ιδίοις εξόδοις». Οι μόνοι συμπαραστάτες της ΥΣΕ σ' αυτήν την πορεία ήταν και είναι οι σύλλογοι νεφροπαθών και άλλων ατόμων με ειδικές ανάγκες, οι σύλλογοι δωρητών οργάνων και διάφοροι κοινωνικοί φορείς. (Η συνεισφορά των συλλόγων δωρητών οργάνων στην ενημερωτική μας εκστρατεία υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική. Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν 52.000 κάτοχοι κάρτας δωρητή οργάνων και ιστών, οι οποίοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι το μείζον πρόβλημα της μεταμόσχευσης οργάνων και ιστών είναι η έλλειψη δοτών και οι οποίοι ως άτομα υπεύθυνα και με αλτρουιστικά αισθήματα διαδίδουν την ιδέα της δωρεάς, ευαισθητοποιώντας τους συγγενείς τους, τους φίλους, συναδέλφους κ.α.).

Η ΥΣΕ για όλα τα ανωτέρω προβλήματα και την αντιμετώπιση τους, τον Ιούνιο του 1998, υπέβαλε εκτενές αναλυτικό υπόμνημα στο υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, ευελπιστώντας ότι θα αξιοποιηθεί η μακροχρόνια συσσωρευμένη πολύτιμη πληροφορία, τεχνογνωσία και εμπειρία της. Για την ιστορία της υπόθεσης, το υπόμνημα τελείωνε ως εξής: «Συμπερασματικά, διευκρινίζεται ότι η ΥΣΕ κατ'ουδένα τρόπο επιχειρεί παρέμβαση, σχετικά με την πολιτική που το Υπουργείο Υγείας προτίθεται να εφαρμόσει στον ευαίσθητο τομέα των μεταμοσχεύσεων. Αρμόδιο συμβουλευτικό όργανο γι' αυτό είναι εκ του Νόμου, το ΕΣΜ, στο οποίο συμμετέχουμε εξαντλώντας κάβε δυνατότητα αμέριστης υποστήριξης του. Επειδή όμως, οι διαδικασίες που δρομολογούνται αυτόν τον καιρό (κατάθεση νομοσχεδίου στη Βουλή περί δημιουργίας Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων, ΝΠΙΔ, εκ των πραγμάτων χρονίζουν, η λειτουργία του συστήματος των μεταμοσχεύσεων, στο διάστημα που θα μεσολαβήσει μέχρι την υλοποίηση των οποιωνδήποτε αποφάσεων, είναι επικίνδυνο να εγκαταλείπεται στους όρους που είχαν διαμορφωθεί προς 15ετίας. Η κρίσιμη και δύσκολη για τις μεταμοσχεύσεις μεταβατική περίοδος που διανύουμε, οι συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες για μοσχεύματα ...και πολλά άλλα χρονίως συσσωρευθέντα προβλήματα επιβάλλουν τη λήψη άμεσων και πρακτικά εφικτών μέτρων, τα οποία αφορούν, κυρίως, στον θεσμό τον τοπικού συντονιστή και τον στοιχειώδη εκσυγχρονισμό της ΥΣΕ σε επίπεδο στελέχωσης και τεχνολογικού εξοπλισμού και τα οποία α) θα βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των σοβαρών αυτών προβλημάτων, β) θα επιταχύνουν την ανάκαμψη των μεταμοσχεύσεων, η οποία ήδη διαγράφεται σαφώς από το 1997 και γ) θα εξασφαλίσουν την ομαλή λειτουργική συνέχεια, εν όψει μελλοντικής αλλαγής τον».

Τα μέτρα αυτά, σε συνδυασμό με την συστηματική -όχι αποσπασματική- ευαισθητοποίηση του κοινού μέσα από την κατάρτιση προγραμμάτων ενημέρωσης, σχεδιασμένων από ειδικούς επιστήμονες, και τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας και πληροφόρησης, θα απέφεραν τα μέγιστα δυνατά αποτελέσματα, σε σύντομο χρονικό διάστημα και με ελάχιστο οικονομικό κόστος για το κοινωνικό σύνολο.

Τελικώς, η πολιτεία με το νόμο 2737/99 «περί μεταμοσχεύσεων ανθρωπίνων ιστών και οργάνων» αποφάσισε να προχωρήσει στην ίδρυση του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ), καταργώντας τις διατάξεις που αφορούν τη σύσταση του ΕΣΜ, καθώς και όλες τις σχετικές διατάξεις που αφορούν τον μεταμοσχευτικό τομέα της ΥΣΕ (η οποία θα συνεχίσει να λειτουργεί ως ΥΣΕ εξωνεφρικής κάθαρσης).

Επισημαίνονται περιληπτικά τα εξής:

α) Στην επεξεργασία του νομοσχεδίου δεν ελήφθη υπ' όψιν η γνώμη της ΥΣΕ, της Ελληνικής Εταιρείας Μεταμοσχεύσεων, της Ελληνικής Νεφρολογικής Εταιρείας και διαφόρων άλλων σχετικών προς τις μεταμοσχεύσεις φορέων. Οι αντιδράσεις από την έλλειψη διαλόγου, την ανεπαρκή προηγηθείσα επικοινωνιακή πολιτική της προώθησης του, την ασάφεια ορισμένων άρθρων του κ.τ.λ. είναι γνωστές και οι επιπτώσεις ήδη ορατές (βλ. εικ. 1 για την πορεία των μεταμοσχεύσεων μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου στο θερινό τμήμα της Βουλής το 1999). β) Πριν προωθηθούν μεγαλεπήβολα σχέδια για τη δημιουργία του ΕΟΜ θα έπρεπε να εξαντληθούν όλες οι δυνατότητες βελτίωσης και εκσυγχρονισμού των ήδη υπαρχουσών μεταμοσχευτικών δομών του ΕΣΥ. γ) Παρ' όλα αυτά, ανεξάρτητα από τις ενστάσεις για τη σκοπιμότητα δημιουργίας του ή τις διατυπωθείσες επιφυλάξεις για μερικά άρθρα του, θα πρέπει να τον δούμε θετικά και να συμβάλλουμε όλοι, μέσα από την υπέρβαση των αντιπαραθέσεων και τη δημιουργική σύνθεση διαφορετικών απόψεων στη βελτίωση του, διότι, κατά κάποιον τρόπο, αντανακλά την πρόθεση της πολιτείας να κάνει επιτέλους κάτι ουσιαστικό στον χώρο των μεταμοσχεύσεων. Δεν μπορεί η μεταμόσχευση να αποτελεί πεδίο πολιτικών συγκρούσεων, προσωπικών φιλοδοξιών ή οποιωνδήποτε άλλων ανταγωνισμών. Οι καιροί ου μενετοί. Αφού αυτό αποφασίστηκε, είναι επιτακτική ανάγκη ο ΕΟΜ να λειτουργήσει το συντομότερο δυνατόν, αναλαμβάνοντας πλήρη δράση γιατί «παρατράβηξε» αυτή η «μεταβατική» περίοδος.

Ίσως στο άμεσο μέλλον το πρόβλημα των μεταμοσχεύσεων λυθεί με την «ξενομεταμόσχευση» (χρησιμοποιώντας όργανα από άλλα θηλαστικά, ιδίως του χοίρου με τον οποίο ταιριάζουμε περισσότερο από πλευράς αντιγόνων) ή με την κλωνοποίηση ιστών και οργάνων (υπό την προϋπόθεση ότι θα χρησιμοποιηθεί μόνο για θεραπευτικούς και όχι άλλους σκοπούς, που θα μας οδηγήσουν στον θαυμαστό καινούργιο κόσμο του 'Aλντους Χάξλεϋ).

Τελειώνοντας, αισθάνομαι την ανάγκη να προσθέσω ότι η αντιμετώπιση των μεταμοσχευτικών μας αναγκών, εκτός από τις άλλες επιβεβλημένες προσπάθειες για αύξηση της προσφοράς μοσχευμάτων, μπορεί να επιτευχθεί μακροπρόθεσμα και με την ελάττωση της ζήτησης μοσχευμάτων μέσα από τη μείωση της νοσηρότητας του πληθυσμού. Η παρέμβαση στον τρόπο· ζωής μας είναι ο σίγουρος και αποτελεσματικότερος δρόμος προς αυτόν τον σκοπό (βλ. σχετικό άρθρο στο Αντί τχ.700, 26.11.99, με τίτλο «Ποιος μπορεί να μας γιατρέψει;»). Η διατροφική συνιστώσα είναι από τις πιο σημαντικές στην πρόληψη πολλών παθήσεων, από τις οποίες μαστίζονται οι σύγχρονες καταναλωτικές κοινωνίες και οι οποίες οδηγούν σε τελικό στάδιο καρδιακής, αναπνευστικής, ηπατικής, νεφρικής και λοιπών οργάνων ανεπάρκειας. Δεν θα αναπτύξουμε βέβαια εδώ τους κανόνες που διέπουν τη σωστή διατροφή (αυτό θα αποτελέσει αντικείμενο άλλου άρθρου), αλλά πρέπει να τονίσουμε την ανάγκη για ενημέρωση (ιδίως της νεολαίας που συνωθείται στα φαστφουντάδικα) και προς αυτή την κατεύθυνση, με εκπαιδευτικά προγράμματα και διανομή εντύπου υλικού στα σχολεία, κέντρα υγείας κ.α. Η αντιμετώπιση των ιατρικών και άλλων προβλημάτων μας δεν μπορεί να είναι μόνο τεχνοκρατική, αλλά, κυρίως, αιτιολογική.

Kατεβάστε τo άρθρο (87 Kbyte)Κατεβάστε το άρθρο 

Κορυφή της σελίδαςΚορυφή

Επιστροφή στους 1ους Πανευρωπαϊκούς αγώνεςΕπιστροφή

       

Βερανζέρου 15, 10677 Αθήνα. Τηλέφωνο:210-33.06.716/8
2005 © Renal Patients Athletic Association. All Rights Reserved
aqua-animation