Στην ενότητα Αρθρογραφία μπορείτε να βρείτε ενδιαφέρουσες και επιστημονικά τεκμηριωμένες θέσεις για την ΔΩΡΕΑ ΟΡΓΑΝΩΝ και τις Μεταμοσχεύσεις. Επίσης φιλοξενούμε άρθρα με την εμπειρία των αθλητών νεφροπαθών από την συμμετοχή τους σε αθλητικές δραστηριότητες. Επιδιώκουμε και προσδοκούμε η ενότητα αυτή να αποτελέσει ένα βήμα ανταλλαγής απόψεων και εμπειριών που θα ενημερώνουν και θα ωφελούν.

 

  DownloadsΣύνδεσμοι
 άθληση - κοινωνική παρέμβαση - πολιτιστική έκφραση
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ - Οι ψυχοκοινωνικές διαστάσεις του θεσμού της δωρεας οργάνων

OI ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΗΣ ΔΩΡΕΑΣ ΟΡΓΑΝΩΝ


ΤΟΥ ΔΡ. ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΠΕΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΨΥΧΟΛΟΓΟΥ - ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΟΥ
ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΠΑΝ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Πριν από μερικές μόνο δεκαετίες άνθρωποι θα τολμούσαν να διανοηθούν την αλματώδη πρόοδο της βιοϊατρικής και των συναφών επιστημών, πάνω στην οποία στηρίζεται η πρακτική, μεθοδολογία αλλά και φιλοσοφία του θεσμού της δωρεάς οργάνων και της μεταμόσχευσής τους σε άλλο άτομο που τα χρειάζεται. Μαζί με τα αμιγή επιστημονικής φύσης προβλήματα καθώς και την προβληματική των μεταμοσχεύσεων έχει προκύψει και μια ολόκληρη προβληματική δεοντολογικών και ηθικών θεμάτων, που σχετίζονται και άμεσα και ζωτικά με θέματα που μπορεί να ενταχθούν στα πλαίσια του ψυχοκοινωνικού, ( ψυχολογικού και κοινωνιολογικού ), προβληματισμού.
« Ψυχοκοινωνική αξιολόγηση των μεταμοσχεύσεων »
Είναι μεγάλη η απόσταση, που διαφοροποιεί την υποκειμενική θεώρηση της πράξης της δωρεάς οργάνων σώματος εκείνου που θα είναι δότης, από εκείνον που θα είναι αποδέκτης. Αποτελεί κοινά αποδεκτή θέση η παρατήρηση, ότι στα σύγχρονα αστικοβιομηχανικά κοινωνικά πλέγματα αξιών που διέπουν τις σχέσεις των ανθρώπων και οι στρατηγικές κοινωνικοποίησης, συνηγορούν περισσότερο στον εγωκεντρικό και τον ατομικισμό στον αλτρουισμό και την αίσθηση ότι είμαστε συνάνθρωποι και όχι μικρές κεντρομόλες υπάρξεις.


Το θέμα της μετά θάνατο δωρεάς οργάνων σώματος, είναι αναμφίβολα και πολύ επίπεδο και πολύ σύνθετο. Η προσωπική μας θεώρηση αυτού του φαινομένου, θα στηριχθεί πάνω σε τρεις θεμελιακούς άξονες ανάλυσης και αξιολόγησης και συγκεκριμένα :

1. Στον ψυχολογικό που είναι σχεδόν συνώνυμος με την υποκειμενική αίσθηση του εαυτού μας, με το « self concept ». Μια έννοια που συμπεριλαμβάνει, τόσο τα μυελοσκελετικά δεδομένα της οντότητάς μας, όσο και τις ποικίλες ψυχολογικές και κοινωνιολογικές παραμέτρους.

2. Στον κοινωνικό, που αναφέρεται στις λειτουργίες και τις μεθόδους της κοινωνικοποίησης μέσα από την οποία σε κάθε άτομο μετουσιώνεται από βιολογικό ον σε ανθρώπινη κοινωνική ύπαρξη.

3. Στον υπαρξιακό, που ταυτίζεται με την έννοια της ώριμης αντιμετώπισης και αποδοχής του κύκλου « ζωής - θανάτου »,με εκείνα τα πανάρχαια και γνωστά δεδομένα, που η Κινέζικη παράδοση χαρακτηρίζει ως Ying και Yang, με αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε εμείς εδώ, πράξη ύψιστης Χριστιανικής εκδήλωσης αγάπης προς τον συνάνθρωπό μας.
Ο θεμελιακός πυρήνας της παραπάνω θέσης μας συνιστάται στην υπόθεση, ότι για να γίνει ένα άτομο « δωρητής » χρειάζεται να έχει μια υγιή τοποθέτηση απέναντι στην έννοια και την πραγματικότητα που αποκαλούμε ζωή. Ας δούμε όμως, καθένα από αυτούς τους τρεις άξονες κάπως πιο αναλυτικά.

« η έννοια του εαυτού »

Η αίσθηση του εαυτού έρχεται σαν αποτέλεσμα της κοινωνικοποίησης και ορίζεται σαν μια σαφής αντίληψη των διαφορών του από άλλα άτομα. Από τη βρεφική ηλικία ,κάθε άτομο παρακολουθεί, αντιλαμβάνεται και προσδιορίζει τη συμπεριφορά που επιδείχνουν τα πρόσωπα του οικογενειακού του περιβάλλοντος και μέσα από τους μηχανισμούς της μίμησης και της ταύτισης, διαδραματίζει τους ρόλους των μεγάλων, οι οποίοι του αρέσουν. Η μίμηση αυτή συνεχίζεται και στην διάρκεια της εφηβικής ηλικίας και μολονότι μειώνεται σημαντικά στη διάρκεια των ώριμων χρόνων, υπάρχουν στοιχεία που βεβαιώνουν, ότι ο μηχανισμός συνεχίζει να λειτουργεί καθώς τα άτομα εντάσσονται και λειτουργούν μέσα σε ομάδες, παρέες, κλίκες. Εάν υποθέσουμε, ότι η έννοια του « εαυτού » έχει μια αντικειμενική, πέρα από την υποκειμενική έννοια του εαυτού μας. Ο Ε. Horowitz, ζητώντας από ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα ατόμων να προσδιορίσουν με ποιο σημείο του σώματός τους ταυτίζουν τον εαυτό τους, πήρε απαντήσεις που αναφέρονται στην καρδιά, στα μάτια, στον εγκέφαλο και ακόμη και στην αναπνοή.

Είναι αλήθεια, ότι κάθε άτομο αντιλαμβάνεται και αξιολογεί το σώμα του, τα όργανα του σώματός του και τις λειτουργίες τους με τον ίδιο τρόπο που αντιλαμβάνεται και αξιολογεί άλλα αντικείμενα και καταστάσεις. Με βάση τις υποκειμενικές αντιλήψεις για τη φυσική του υπόσταση και με τις εκτιμήσεις των άλλων για το άτομό του, ο κάθε άνθρωπος αποκτά μια συγκεκριμένη εικόνα των φυσικών δυνατοτήτων του, και συχνά, προσαρμόζει τη συμπεριφορά αλλά και το στυλ της ζωής του γενικότερα, σύμφωνα με αυτές τις υποκειμενικές του αντιλήψεις.

Αναμφίβολα μια ενδελεχής ανάλυση της έννοιας του εαυτού και της προσωπικότητας δεν ανήκει στο χώρο αυτό. Κρίνεται όμως σκόπιμο, γα την ανάπτυξη των θέσεών μας, να κάνουμε μια πολύ σύντομη αναφορά, σε τρεις κλασσικές αναλύσεις της έννοιας « εαυτού », που έγιναν από τον Αμερικάνο κοινωνιολόγο C. H. Cooley, και επίσης τον Αμερικάνο κοινωνικό ψυχολόγο G. H. Mead και τον Αυστριακό πατέρα της ψυχανάλυσης S. Freud.

Σύμφωνα με τη θεωρία του Cooley, οι έννοιες του προσώπου και της κοινωνίας, είναι αναπόσπαστες η μια από την άλλη και μάλιστα «... το μεμονωμένο άτομο ή πρόσωπο αποτελεί μια αφηρημένη έννοια άγνωστη εμπειρικά. Το ίδιο συμβαίνει και με την έννοια της κοινωνίας, εάν θελήσουμε να τη δούμε ξεχωριστά από τα άτομα που τη συνθέτουν που την αποτελούν.». Με άλλα λόγια, η έννοια του προσώπου δεν είναι ούτε περισσότερο αλλά ούτε και λιγότερο πραγματική από την έννοια της κοινωνίας.

Οι έννοιες πρόσωπο και χαρακτήρας είναι αφηρημένες όπως, είναι, αναλογικά, και οι έννοιες της κοινωνίας και της ομάδας, ακριβώς επειδή δε δηλώνουν κάποι φυσική υπόσταση. Στο θεωρητικό του υπόδειγμα που χαρακτήρισε ως « αντικατοπτριζόμενο εαυτό »( the looking glass self ), ο Cooley διαμόρφωσε την υπόθεση ότι το κάθε άτομο δημιουργεί μια υποκειμενική αίσθηση του εαυτού του και επιδείχνει συμπεριφορά ή αντλεί υποκειμενικά συναισθήματα ακολουθώντας συνειδητά ή υποσυνείδητα μια προοδευτική εξελεγκτική πορεία, που απαρτίζεται από τρεις φάσεις ή στάδια όπου :

1. Το άτομο φαντάζεται ή υποθέτει πως το βλέπουν οι άλλοι,
2. Το άτομο φαντάζεται πως οι άλλοι κρίνουν αυτά που βλέπουν σε αυτό και
3. Το άτομο δημιουργεί θετικά ή αρνητικά συναισθήματα ως αποτέλεσμα των προηγούμενων δυο σταδίων.

Εάν το άτομο πιστέψει, ότι οι άλλοι το βλέπουν υποτιμητικά, τότε θα υποθέσει ότι οι άλλοι έχουν χαμηλή εικόνα για αυτό και κατά συνέπεια θα αρχίσει να αισθάνεται και να συμπεριφέρεται σαν αποτυχημένο ή το ακριβώς αντίστροφο.Πρέπει όμως να επισημανθεί, ότι το θεωρητικό σχήμα του Cooley, δεν δίνει αρκετή σημασία σε κάποιους σημαντικούς παράγοντες, όπως π.χ. ότι τα παιδιά, οι έφηβοι και τα νεαρής ηλικίας άτομα είναι πολύ περισσότερο επιρρεπή προς τις παραπάνω διαδικασίες, απ' ότι είναι τα ώριμα άτομα. Επιπρόσθετα, στο μοντέλο αυτό δεν προβλέπεται η πιθανότητα ένα άτομο που διαθέτει ώριμη προσωπικότητα, να είναι σε θέση « να κρίνει τους κριτές του », την ίδια ώρα που αυτοί το κρίνουν κι έτσι να αποφεύγει την άντληση αρνητικών συναισθημάτων από αυτούς που τον κρίνουν με υστεροβουλία. Παράλληλα θα πρέπει να μετριάσει και τις επιπτώσεις της ανώριμης και εφήμερης ικανοποίησης, που προκαλούν οι κάθε λογής « κολακείες » των τρίτων.

Στο δικό του σχήμα ο G. H. Mead, συμβάλλει με ιδιαίτερη επιτυχία στην ανάπτυξη της ιδέας της συμβολικής επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης ή συναλλαγής, επίσης μένοντας το γεγονός, ότι σε αντίθεση με άλλα όντα του πλανήτη μας ο άνθρωπος διαθέτει ικανότητες επικοινωνίας μέσω του προφορικού και του γραπτού λόγου. Με τη χρήση της γλώσσας οι άνθρωποι επικοινωνούν με άλλα άτομα από πολύ μικρή ηλικία. Τα παιδιά, μέσα από τα παιχνίδια ιδιαίτερα όταν μιμούνται και διαδραματίζουν ρόλους των μεγάλων προσώπων του περιβάλλοντός τους, ξεκινούν από συγκεκριμένους ρόλους για να φτάσουν σε εκείνον που αποκαλείται « γενικοποιημένος ρόλος ». Κατά τον τρόπο αυτό πιστεύει ο Mead, τα παιδιά αναπτύσσουν την έννοια της κοινωνικής συνείδησης και εσωτερικεύουν τους κανόνες συμπεριφοράς τους και μέσα από την οποία αντλείται το υλικό και διαμορφώνονται οι διαδικασίες της κοινωνικοποίησής τους.

Αυτήν την υποκειμενική έννοια της « συνείδησης », που αναφέρεται στην εσωτερίκευση των κοινωνικών κανονισμών συμπεριφοράς ο Mead την χαρακτήρισε σαν αντιπροσωπευτική του στοιχείου εκείνου της έννοιας του «εαυτού », το αποκάλεσε « εμέ », ( στα αγγλικά « me » ) και θεώρησε ότι αντιστοιχεί στο υποσύστημα της προσωπικότητας, που ο Freud χαρακτήρισε ως « υπεγώ ».

Συγκεκριμένα το « me » του Mead αναφέρεται σε εκείνο το στοιχείο του εαυτού μας, που αποτελεί απόληξη μιας επιτυχημένης ολοκλήρωσης της διαδικασίας της κοινωνικοποίησης. Ο Mead όμως, αναφέρει και ένα άλλο στοιχείο της δισυπόστατης για αυτόν έννοια του « εαυτού » δηλαδή το « εγώ » (όπου αγγλικά εκφράζεται με το "I" και το οποίο χαρακτηρίζεται ως αυθόρμητο και δημιουργικό και έχει τάσεις για έκφραση πρωτοβουλίας ).

Καθώς το άτομο επιδείχνει στοιχεία της συμπεριφοράς του, διαφαίνεται ότι το «me» έχει υποταχθεί στις κοινωνικο-κουλτουριστικές απαιτήσεις του κοινωνικού συστήματος. Το « I » διατηρεί ταυτόχρονα το εγωκεντρικό ενδιαφέρον του ατόμου, αντιτασσόμενο συχνά στις απαιτήσεις του συστήματος. Όμως υπόκειται και στον μερικό, έστω, έλεγχο του κοινωνικοποιημένου «me», διότι αλλιώς η συμπεριφορά του ατόμου θα γινόταν ή εντελώς απρόσωπη και άβουλη ή εντελώς ασυνεπής, σπαμωδική και αντικοινωνική. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, ότι το «me» διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο σε πρωτογενείς και δομολειτουργικά πιο απλές κοινωνίες, στις οποίες η έμφαση δινότανε στη συμμόρφωση με τα δεδομένα και τις συνθήκες του κοινωνικού συστήματος και στη διατήρηση του Status quo της συλλογικής συμβίωσης, παρά την ατομική πρωτοβουλία, τον αυθορμητισμό και την καινοτομία. Μέσα, όμως στα πλαίσια της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας, το υποσύστημα του « I » ίσως να αποτελεί το προεξέχον στοιχείο του εαυτού μας στα αστικοβιομηχανικά πλέγματα, στα οποία η αίσθηση της απόλυτης προσωπικής ανεξαρτησίας εγγίζει δυναμικά ακόμα και τα όρια της καθολικής αλλοτρίωσης του ατόμου από την ανθρώπινη ομάδα, αλλά και από τον ίδιο του τον εαυτό.

Για τον Freud, η έννοια του εαυτού αποτελείται, όπως είναι γνωστόν, από τρία συγκεκριμένα υποσυστήματα, δηλαδή το « id », το « Superego » και το « Ego ». Το « id » αποτελεί το υποσύστημα, παρόν από τη στιγμή της γέννησής μας, που αντιπροσωπεύει το σύνολο των τυφλών, ζωωδών εγωκεντρικών αναγκών και επιθυμιών του ατόμου. Ποτέ δεν κοινωνικοποιείται και λειτουργεί σύμφωνα την « Αρχή της ικανοποίησης ». Η συλλογική μας συμβίωση σε νομοκρατούμενο κοινωνικά σύστημα έχει επιτύχει μόνο τον περιορισμό και μερικό έλεγχο του δυναμικού αυτού υποσυστήμαστος, όχι όμως και την καθολική υποταγή του και την εξάλειψή του.

Τον έλεγχο και τους περιορισμούς στις εκφράσεις « id » τους ασκεί το δεύτερο υποσύστημα της προσωπικότητάς μας, που αποκαλείται « Superego » και αποτελεί απόρροια και επιτυχή απόληψη των διαδικασιών της κοινωνικοποίησης του ατόμου στο κοινωνικό του σύστημα. Μεταφραζόμενος στα Ελληνικά ο όρος δεν ισοδυναμεί με ένα « υπέρμετρο εγώ », αλλά περιγράφει την απόκτηση από το άτομο μιας κοινωνικής συνείδησης, καθώς αυτό ενστερνίζεται πλέον τα επιβαλλόμενα από το περιβάλλον απαγορευτικά μηνύματα στην επίδειξη συμπεριφοράς.

Το τρίτο υποσύστημα ο Freud το αποκάλεσε « Ego » και είναι το σύστημα που προσανατολίζεται στην κοινωνική πραγματικότητα και διαδραματίζει το ρόλο του διαιτητή ανάμεσα στις αντιθετικές λειτουργίες και επιδιώξεις του « ανώριμου και εγωκεντρικού id » και του απαιτητικού και αλτρουιστικού Superego ». Το « Ego » μπορεί να ταυτίζεται με την υποκειμενική αίσθηση της ταυτότητας του κάθε ατόμου και λειτουργεί στηριζόμενο στην « Αρχή της πραγματικότητας ».

Ειπώθηκε παραπάνω, ότι συχνά η υποκειμενική αίσθηση του εαυτού μας αναφέρεται ή καθολικά στο σώμα ή σε ένα συγκεκριμένο όργανό μας και από εδώ ακριβώς μπορούμε να υποθέσουμε, ότι ξεκινά ο πρώτος αρνητισμός απέναντι στην ιδέα και την πράξη της δωρεάς ενός οργάνου μας-μετά θάνατο.Ξεκινά από την υποκειμενική αίσθηση του « διαμελισμού ή ακρωτηριασμού » και ενισχύεται από σωρεία μύθων αναφορικά με την μεταφυσική αίσθηση της αρτιμέλειας μας και της σωματικής μας ακεραιότητας.

Γιατί όσο και αν είναι αλήθεια, ότι εφόσον ζει ένας οργανισμός έχει ανάγκη όλων των οργάνων του για να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος , δε παύει να είναι επίσης αλήθεια, ότι πολλά άτομα μπορούν να ζήσουν και με ένα π.χ. νεφρό χαρίζοντας -εν ζωή- τον άλλο νεφρό σε ένα παιδί τους ή κάποι συγγενικό πρόσωπο.

Όπως επιβεβαιώνουν τα στατιστικά στοιχεία στις δωρεές οργάνων « εν ζωή » πρωτεύοντα ρόλο διαδραματίζουν οι μητέρες και όπως πολύ σωστά έχει ειπωθεί στο παρελθόν, εάν υπάρχει ο τρόπος μια μητέρα να δώσει ακόμη και ένα κομμάτι του μυοκαρδίου της για να ζήσει ένα αγαπημένο της πρόσωπο, τότε ίσως η συντριπτική πλειοψηφία των μητέρων όλου του κόσμου θα το είχαν κάνει. Αυτό δυστυχώς, για τους άνδρες, μολονότι υπάρχουν πολλά και φωτεινά παραδείγματα που απλά και μόνο επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Το πρόβλημα της ψυχοκοινωνικής σύγχυσης που προκύπτει ανάμεσα στη συνειδητή πράξη της δωρεάς ενός οργάνου ή και ολόκληρού μας σώματος και τις υποσυνείδητες ανάγκες μας για την αίσθηση της « αρτιμέλειας » και της σωματικής « ακεραιότητας » προβάλλει έντονο, όταν κανείς αναλογισθεί ότι η δωρεά θα είναι μεταθανάτια πράξη. Όταν δηλαδή πάψει να υπάρχει κανείς ως μυοσκελετική οντότητα αλλά και ως ψυχοκοινωνική οντότητα, ως « εαυτός ».

Κοινωνικοποίηση και στάσεις

Ένας δεύτερος άξονας στήριξης της προσέγγισής μας σχετίζεται με το φαινόμενο, τα δεδομένα και τις διαδικασίες της κοινωνικοποίησής μας. Οι στάσεις στην κοινωνική ψυχολογία ορίζονται σαν «οι οργανικές εννοιών, παθήσεων, ψυχορμημάτων, συνηθειών και συμπεριφοράς που σχετίζονται με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ». Εδώ θα χρειασθεί, να διευκρινίσουμε, ότι οι έννοιες και οι πεποιθήσεις, συνιστούν το « γνωστικό » στοιχείο της στάσης, τα ψυχορμητικά συνιστούν το « συναισθηματικό » στοιχείο και τελικά οι συνθήκες και η συμπεριφορά το «ψυχοκινητικό » στοιχείο της ατομικής μας δράσης. Η στάση δηλαδή, είναι όρος που περιγράφει τα συναισθήματα που μας διακατέχουν απέναντι σε ένα πρόσωπο, μια οργανωμένη ομάδα ακόμη και σε μια ιδέα ή και μια δραστηριότητα. Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία στην έννοια της στάσης, είναι ότι περιέχει και γνωστικά και συναισθηματικά στοιχεία που απολήγουν στη διαμόρφωση και εκδήλωση κάποιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς.

Συχνά, άτομα και οργανωμένοι φορείς στην προσπάθειά τους να αλλάξουν τις στάσεις άλλων ατόμων ή ομάδων πάνω σε κάποιο συγκεκριμένο θέμα κοινού ενδιαφέροντος, στηρίζονται στην προσεκτική « παρουσίαση γεγονότων », ελπίζοντας ότι η κατανόησή τους θα έχει τα επιθυμητά θετικά αποτελέσματα γι' αυτήν την προσπάθειά τους.

Οι προσπάθειές μας να « πείσουμε » άτομα ή ομάδες να αποδεχτούν τη θέση μας, να αλλάξουν τις δικές τους στάσεις.

Στον πομπό ( ή την πηγή ): Πολλές ψυχοκοινωνικές μελέτες πιστοποιούν το γεγονός, ότι η αλλαγή στάσεων εξαρτάται, τόσο από την ικανότητα του πομπού να πείσει ένα συγκεκριμένο ακροατήριο, όσο και από το περιεχόμενο της παρουσίασής του. Με άλλα λόγια, σημασία έχει « ποιος » το λέει και όχι μόνο « τι » λέει.

Στο μήνυμα: Η πειστικότητα ενός μηνύματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον ακριβή τρόπο με τον οποίο έχει δομηθεί και έχει οργανωθεί. Σχετικές έρευνες επικεντρώθηκαν σε παράγοντες, όπως τη σειρά παράθεσης των επιχειρημάτων, την πιθανότητα παρουσίασης μόνο της μιας ή όλων των υπαρχόντων απόψεων, καθώς και το βαθμό απόκλισης των προτεινόμενων στάσεων από τις δεδομένες στάσεις του ακροατηρίου.

Στο μέσο: Η αποτελεσματικότητα της επικοινωνίας, ας εξαρτάται και από το εάν η παρουσίαση γίνεται μέσο του γραπτού ή του προφορικού λόγου, μέσο του ραδιόφωνου ή της τηλεόρασης κ.ο.κ.

Στο ακροατήριο: Είναι κοινά αποδεκτό, ότι μερικά άτομα φαίνεται να επηρεάζονται πιο εύκολα από μερικά άλλα. Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αλλαγή στάσεων ως αποτέλεσμα μιας νέας παρουσίασης, σχετίζεται με την απόσταση, που έχει η νέα στάση με τις υπάρχουσες στο άτομο στάσεις.

Η ραγδαία μεταλλαγή του ελληνικού κοινωνικού συστήματος από αγροτικό σε αστικοβιομηχανικό ( αυτό ο Tonnies αποκάλεσε Gemenschaft σε τύπο Gesel Ischaft κατέλυσε και τις πατροπαράδοτες έννοιες της αρωγής και της συμπαράστασης ακόμη και εκείνου του Ελληνικού, όπως και άλλα άτομα που διαβιούν σε ευρωπαϊκά, ή Βορειο-Αμερικάνικα αστικοβιομηχανικά κοινωνικά συστήματα, να εξαντλεί την αίσθηση της κοινής συνύπαρξης και ανθρωπιάς στα μέλη της άμεσης οικογένειάς του. Εάν υπάρχει, και θα χρειασθεί να υπάρξει μέσα από συνεχή και προσεκτικά μεθοδευμένη προσπάθεια αλλαγής στάσεων του ελληνικού κοινού, μια υγιής τοποθέτηση πάνω στο θέμα της μεταθανάτιας δωρεάς οργάνων σώματος, εάν γινόταν αυτή η πράξη μια εκδήλωση αγάπης πρώτα προς τη ζωή και στη συνέχεια προς τον συνάνθρωπό μας, τότε τα περισσότερα άτομα δε θα τοποθετούνταν αρνητικά στο να προσφέρουν κάτι που τους είναι -κυριολεκτικά- άχρηστο.

Πριν από μερικά χρόνια σε μια καμπάνια του Αμερικανού Ερυθρού Σταυρού, ο ερευνητής ψυχοκινητικής Ε. Dichter έκανε την υπόθεση ότι πολλοί άνδρες αποφεύγουν να γίνουν δωρητές αίματος, επειδή, σε βαθύ υποσεινήδητο επίπεδο « φοβούνται πως η απώλεια αίματος απολήγει σε μείωση της ζωτικής τους δύναμης και του ανδρισμού τους ».Στη συνέχεια, ο Dichter συνέστησε η καμπάνια να δίνει έμφαση στο γεγονός, ότι οι πραγματικοί άνδρες είναι εκείνοι που έχουν τόσο ανδρισμό, ώστε να μπορούν να προσφέρουν αίμα σε ένα συνάνθρωπό τους που το χρειάζεται, χωρίς να μειώνεται ο ανδρισμός τους. Μέρος της καμπάνιας ήταν και η απονομή μιας καρφίτσας στο σχήμα σταγόνας αίματος ( που θυμίζει λίγο το μετάλλιο ανδρείας που απονέμει ο Αμερικάνικος Σταυρός ). Έχει τεκμηριωθεί ότι το αποτέλεσμα ήταν μια δραματική αύξηση του αριθμού των αιμοδοτών.

Εδώ χρειάζεται να σημειωθεί ότι ο H.C. Kelman έχει κάνει μια σημαντική διαφοροποίηση ανάμεσα στην αλλαγή συμπεριφοράς και την αλλαγή στάσης. Συγκεκριμένα, μπορεί να διαφοροποιήσουμε τρία στάδια, ή τρεις καταστάσεις που σχετίζονται με το θέμα της προσπάθειας αλλαγής στάσεων.

Τη συμμόρφωση (compllane): Πρόκειται για την περίπτωση, όπου ένα άτομο δείχνει να αλλάξει τις στάσεις του και τις πεποιθήσεις του ενώ, ουσιαστικά έχει αλλάξει μόνο τη συμπεριφορά του για να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ομάδας στην οποία βρίσκεται φοβούμενο ότι αλλιώς η ομάδα θα τον απορρίψει. Μόλις όμως απομακρυνθεί από την ομάδα, επιστρέφει σε προγενέστερα πρότυπα συμπεριφοράς, ακριβώς επειδή δεν είχε επέλθει αλλαγή των στάσεών του.

Την ταύτιση ( identification ): Πρόκειται για την περίπτωση της διαδικασίας, όπου το αποτέλεσμα είναι πιο ουσιαστικό από τη συμμόρφωση ακριβώς επειδή το άτομο αποδέχεται τις αξίες και τις πεποιθήσεις, που του δίνουμε και ταυτίζεται με αυτές .

Την εσωτερίκευση ( internalization ): Πρόκειται για τη διαδικασία με την οποία μια νέα στάση ενσωματώνεται στο προϋπάρχον σύνολο των στάσεων του ατόμου . Στην περίπτωση αυτή η αλλαγή της στάσης συνεχίζει να υπάρχει και όταν η σχέση του ατόμου ή της ομάδας με το φορέα της νέας στάσης παύει να είναι ενεργός.

Επίλογος

Μέσα στα ψυχοκοινωνικά δεδομένα της ελλαδικής πραγματικότητας, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες της ραγδαίας αστικοβιομηχανικής εξέλιξης, τα άτομα λειτουργούν και διάκεινται αρνητικά στην πράξη της μετά θάνατον δωρεάς του σώματός τους

α) εξαιτίας των συναισθημάτων και κουλτουριστικών δεδομένων της υποκειμενικής αίσθησης του εαυτού, που υποθέτει και σωματική αρτιμέλεια

β) εξαιτίας κάποιας κάποιας σύγκρισης μεταφυσικών προβληματισμών, που αφορούν τη μεταθανάτια αρτιμέλεια κάθε ατόμου,

γ) εξαιτίας της έμφασης που το σύστημα θέτει σε αξίες, όπως την ατομική επιβίωση και την εξάντληση του συναισθήματος της κοινότητας και του αλτρουισμού μέσα στα στενά πλαίσια της πυρηνικής οικογένειας,

δ) εξαιτίας μιας διαχυτικής καχυποψίας απέναντι στο ιατρικό επάγγελμα και στα γενικότερα θέματα Υγείας.

Στα θέματα αυτά και μέσα από τους κρατούντες μηχανισμούς της « ελεύθερης αγοράς » φαίνεται ότι επιβιώνει εκείνος ή εκείνη που διαθέτουν τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους για να εξαγοράσουν προσωπικά, τεχνολογικά μέσα και τεχνογνωσία.

Κάθε προσπάθεια προσέγγισης του ελληνικού κοινού στο θεσμό της δωρεάς οργάνων σώματος χρειάζεται να παίρνει υπόψη της τα παραπάνω και να διαφοροποιεί τα διάφορα « κοινά » ( public ), δημιουργώντας στο κάθε συγκεκριμένο κοινό τόσο την κατάλληλη ατμόσφαιρα, όσο και την ψυχοσυναισθηματική διέγερση κάνοντας χρήση ομιλητών και μέσων παρουσίασης, που θα αποσοβούν τις κάθε λογής αρνητικές τοποθεσίες.

Αναλύοντας το όλο θέμα μέσα από τα δεδομένα τόσο της κοινωνιολογίας της γνώσης, όσο και της ψυχολογίας του βάθους και των παραμέτρων της ομαδικής ψυχολογίας, βρίσκομαι αντιμέτωπος με δυο συγκεκριμένες πραγματικότητες. Πρώτον με εγωκεντρικά και εγωπαθητικά στοιχεία και δεύτερον με στοιχεία άρνησης μιας μετωπιαίας αντιπαράθεσης, μιας συνειδητοποίησης της πραγματικότητας που όλοι οι ζωντανοί σκεπτόμενοι ανθρώπινοι οργανισμοί αρνούνται μονίμως να κάνουν, της πραγματικότητας δηλαδή ότι είμαστε εφήμερα όντα. Μέσα στη ζωή μας όμως, μέσα στο Yang, ελλαχεύει το Yin, το αναπόφευκτο, το μοιραίο τέλος μας , ο θάνατος.

Ίσως τελικά, να αποτελεί ένα σημαντικό χαρακτηριστικό στοιχείο η συνειδητοποίηση ότι άτομα που αγαπούν πραγματικά τη ζωή είναι εκείνα που χωρίς δισταγμό και μετά από ώριμη σκέψη προχωρούν στην πράξη της μεταθάνατον δωρεάς οργάνων. Για να χαρίσει να αγαπά τη ζωή.

Όταν η δική μας προσωπική ύπαρξη, η δική μας παρένθεση στο χρόνο κλείσει, είναι ένδειξη σεβασμού, αγάπης και κατανόησης του δικού μας « είναι », πράξη σεβασμού, αγάπης και κατανόησης της ανάγκης κάποιου ή κάποιας άλλης ύπαρξης, να συνεχίσει τη δική του πορεία μέσα στην προσωπική του παρένθεση στο χρόνο, ακριβώς επειδή εμείς τους δώσαμε αυτήν την ευκαιρία...

Kατεβάστε τo άρθρο (73 Kbyte)Κατεβάστε το άρθρο 

  Κορυφή της σελίδαςΚορυφή

Επιστροφή στους 1ους Πανευρωπαϊκούς αγώνεςΕπιστροφή

       

Βερανζέρου 15, 10677 Αθήνα. Τηλέφωνο:210-33.06.716/8
2005 © Renal Patients Athletic Association. All Rights Reserved
aqua-animation